Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκάτερος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

-α, -ο (AM ἑκάτερος, -α, -ον)
1. κάθε ένας από τους δύο χωριστά, από μόνος του
2. έκαστος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < έκαστος, αν αναλυθεί σε έκα-στος + επίθημα -τερος (πρβλ. έτερος, πότερος κ.ά.)].