Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκμεταλλευτής

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

ο
1. αυτός που εκμεταλλεύεται κάποια κερδοφόρα πηγή
2. αυτός που επωφελείται από τις ανάγκες άλλων και αποκομίζει αθέμιτα κέρδη ή άλλα οφέλη εις βάρος τους («εκμεταλλευτής τών εργατών»).