Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενερείδω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

ἐνερείδω (Α) ερείδω
1. στηρίζω μέσα σε κάτι, βάζω μέσα, μπήγω («οἱ μέν μοχλόν ἑλόντες ἐλάινον, ὀξύν ἐπ' ἄκρω, ὀφθαλμῷ ἐνέρεισαν», Ομ. Οδ.)
2. ακουμπώ, στηρίζω
3. προσηλώνω το βλέμμα, στρέφω σε κάτιἐνερείδω τήν ὄψιν τινί», Πλούτ.)
4. (αμτβ.) κείμαι, προσκολλώμαι σε κάποιον, κάθομαι («πεσών ἐνερείσατο γαίῃ» Απολλ. Ρόδ.).