Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενωρίς

L'amor che move il sole e l'altre stelleLove that moves the sun and the other stars
Dante Alighieri, Paradiso, XXXIII, v. 145

Greek Monolingual

και νωρίς
επίρρ.
1. έγκαιρα, προτού περάσει η προκαθορισμένη ώρα («έρχεται ενωρίς στη δουλειά του»)
2. πριν έρθει η ώρα, ο καθορισμένος χρόνος («έφυγε νωρίς»)
3. πολύ πρωί («ξύπνησα νωρίς σήμερα»).