Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νωρίς

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. → Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

και ενωρίς
επίρρ.
1. προτού έλθει ή προτού περάσει ο καθορισμένος χρόνος, γρήγορα (α. «έφυγε νωρίς από τη δουλειά του» β. «είναι πολύ νωρίς ακόμη για να εμφανιστεί»)
2. έγκαιρα, πάνω στην ώρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίρρ. ενωρίς σχηματίστηκε από τη φρ. ἐν ὥρᾳ αρχικά ως ἐνωρί κατά το αρχ. ἀωρί και, στη συνέχεια, με κατάληξη -ς, κατά τα επιρρ. ἄχρις, μέχρις. Ο τ. νωρίς < ἐνωρίς με σίγηση του αρκτ. ε-].