Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξύψωση

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

η
1. το να εξυψώνεται, να ανεβαίνει ψηλότερα κάποιος ή κάτι
2. ο θερμός έπαινος, ο εγκωμιασμός («η εξύψωση της προσφοράς του»).