Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιβλαβής

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-ές (AM ἐπιβλαβής, -ές)
βλαβερός
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπιβλαβές
βλαπτική ιδιότητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + -βλαβής (< βλάβη)].