Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βλάβη

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: βλάβη Medium diacritics: βλάβη Low diacritics: βλάβη Capitals: ΒΛΑΒΗ
Transliteration A: blábē Transliteration B: blabē Transliteration C: vlavi Beta Code: bla/bh

English (LSJ)

[ᾰ], ἡ, (v. βλάπτω)

   A harm, damage, A.Pr.763, IG12.18, etc.; πεπονθέναι… ἐς βλάβην φέρον S.OT517; τίς β.; c. inf., Id.OC1187; οἷς ἦν ἐν β. τειχισθέν Th.5.52; προσκαλοῦμαί σε… βλάβης τῶν φορτίων Ar.V.1407; β. θεοῦ mischief from a god, E.Ion520, cf. S.Ant.1104; of a person, ἡ πᾶσα β. who is naught but mischief, Id.El.301, cf. 784, Ph.622: pl., ἐν ὄμμασιν βλάβας ἔχω A.Ag.889, cf. Eu. 799; αἱματηρὰς θηγάνας, σπλάγχνων βλάβας νέων ib.859.    2 βλάβης δίκη an action for damage done, D.21.25; β. τετραπόδων damage done by eattle, Plu. Sol.24; β. τῶν θηρίων Id.2.642b (pl.); οἰκῆος καὶ δούλης τὴν β. εἶναι ὀφείλειν Sol. ap. Lys.10.19; οἱ περὶ τῆς β. νόμοι… ἁπλοῦν τὸ βλάβος κελεύουσιν ἐκτίνειν D.21.43; διπλῆν τὴν β. ὀφείλειν (ὀφλεῖν Meier) Din.1.60, cf. Foed.Delph.Pell.1 B7.

German (Pape)

[Seite 446] ἡ, Schaden, Nachtheil; Tragg.; βλάβην τιθέναι Aesch. Sept. 183; ἔχειν Ag. 863; λαβεῖν Ch. 491; übertr. heißt so die Scylla, Verderben, Ag. 1207; Soph. ein Mensch ἡ πᾶσα βλάβη, der ganz Verderben ist, El. 301; βλάπτειν τοὺς βίους μείζους βλάβας Posidipp. Ath. XIII, 591 c. Von Thuc. 5, 52 u. Plat. an oft in Prosa, auch im plur., Gegensatz ὠφέλεια Phaedr. 238 e; βλάβης δίκην λαγχάνειν τινί, Klage auf Schadenersatz, Dem. 29, 17; vgl. Plut. Sol. 24; Meier und Schömann Att. Proceß S. 475 ff.

Greek (Liddell-Scott)

βλάβη: [ᾰ], ἡ, (ἴδε βλάπτω), βλάβη, ζημία, φθορά· κυρίως κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἑκούσιον κακὸν ὃ προξενεῖ τις εἰς ἕτερον (ἀδίκημα), Αἰσχύλ. Πρ. 763, κτλ.· βλάβην ἔχειν, λαβεῖν ὁ αὐτ. Ἀγ. 889, Χο. 498, κτλ.· πεπονθέναι τι ἐς βλάβην φέρον Σοφ. Ο. Τ. 517· τίς βλάβη; μ. ἀπαρ., ὁ αὐτ. Ο. Κ. 1187· οἷς ἦν ἐν βλάβῃ τειχισθέν, δι’ οὕς ἦτο βλαβερά, ἐπιζήμιος ἡ ὀχύρωσις, Θουκ. 5. 52· ― ὡσαύτως πληθ., ἐν ὄμμασιν βλάβας ἔχω Αἰσχύλ. Ἀγ. 889, πρβλ. Εὐμ. 799· ― βλ. τινός, ζημία εἴς τι πρόσωπονπρᾶγμα, αἱματηρὰς βλάβας νέων (ἔνθα τὸ θηγάνας σπλάχνων εἶναι παρενθετικόν), Αἰσχύλ. Εὐμ. 859· προσκαλοῦμαί σε ... βλάβης τῶν φορτίων Ἀριστοφ. Σφηξ. 1407· ἀλλά, βλάβη θεοῦ, ζημία ἐκ μέρους θεότητός τινος πεμπομένη, Εὐρ. Ἴων. 520, πρβλ. Σοφ. Ἀντ. 1104· ― ἐπὶ προσώπου, ἡ πᾶσα βλάβη, οὗτος οὐδὲν ἕτερον εἶναιὅλος ζημία, ὁ αὐτ. Ἠλ. 301, παρβλ. 784, Φ. 622. 2) βλάβης δίκη, διαδικασία περὶ ζημίας ἐπενεχθείσης ὑπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἕτερον (ἴδε ἐν λ. αἰκία) Δημ. 522, ἐν τέλ.· τοιαύτη δίκη ἐγίνετο καὶ διὰ βλ. τετραπόδων, διὰ ζημίαν δηλ. ἣν ἐπέφερον τὰ κτήνη (εἰς τὰ σπαρτά), Πλούτ. Σόλ. 24, πρβλ. Σόλ. παρὰ Λυσ. 117. 41, Πλούτ. 2. 642Β· οἱ περὶ τῆς βλάβης νόμοι … ἁπλοῦν τὸ βλάβος κελεύουσιν ἐκτίνειν Δημ. 528. 1· διπλῆν τὴν βλάβην ὀφείλειν Δείναρχ. 97 ἐν τέλ.· πρβλ. βλάβος.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
dommage, tort : βλάβην ἔχειν ESCHL ou λαβεῖν ESCHL subir ou éprouver un dommage ; τινι εἶναι ἐν βλάβῃ THC être dommageable pour qqn ; βλάβη τινός, tort fait à qqn ou à qch ou au contr. tort causé par qqn ; en parl. d’une personne ἡ πᾶσα βλάβη SOPH être qui ne fait que du tort, être malfaisant, le mal en personne.
Étymologie: cf. βλάπτω.

Greek Monolingual

η (AM βλάβη)
ζημιά, φθορά, μεταβολή προς το χειρότερο
μσν.- νεοελλ.
1. πάθημα, ζημιά
2. αρρώστια
νεοελλ.
καταστροφή
αρχ.
φρ.
1. «ἡ πᾱσα βλάβη» — αυτός που μόνο κακό προξενεί
2. «βλάβη θεοῡ» — θεϊκή τιμωρία
3. «βλάβης δίκη» — για αποζημίωση εξαιτίας ζημιών που προκαλούνται στην περιουσία κάποιου από κάποιον συμπολίτη του.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Επειδή το θ. βλαπ- του ρ. βλάπτω θεωρείται αρχαιότερο των ονοματικών τύπων, το βλαβ- του βλάβη πιθ. < βλαπ-, με αφομοίωση (πρβλ. αρχ. ινδ. mŕc, marka- «βλάβη, καταστροφή», αβεστ. m∂hrk-). Η λ. βλάβη δηλώνει γενικά τη «ζημιά», ενώ στην Ιωνική-Αττική απαντά και με δικανική σημασία (πρβλ. «βλάβης δίκη»).
ΠΑΡ. βλαβερός
αρχ.
βλαβόεις.
ΣΥΝΘ. αβλαβής, επιβλαβής, φρενοβλαβής, ψυχοβλαβής
αρχ.
αυτοβλαβής, βραχυβλαβής, θεοβλαβής, ιχνοβλαβής, μεγαλοβλαβής, οινοβλαβής, παμβλαβής, πολυβλαβής, προσβλαβής, σθενοβλαβής αρχ.-μσν. βλαβοποιός.

Greek Monotonic

βλάβη: [ᾰ], ἡ, (βλάπτω),
1. φθορά, ζημία, πλήγμα, αντίθ. προς το προμελετημένο αδίκημα (ἀδίκημα), σε Αισχύλ. κ.λπ.· βλάβη τινός, βλάβη σε ένα πρόσωπο ή πράγμα· βλάβη τῶν φορτίων, σε Αριστοφ.· αλλά, βλάβη θεοῦ, ζημία που προκαλείται από κάποια θεότητα, σε Ευρ.· λέγεται για πρόσωπο, ἡ πᾶσα βλάβη, αυτός που δεν είναι τίποτε άλλο παρά όλος μία ζημία, σε Σοφ.
2. βλάβης δίκη, μια διαδικασία για ζημία που έχει γίνει, σε Δημ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

βλάβη: (ᾰ) ἡ1) тж. pl. вред, ущерб: τινὶ εἶναι ἐν βλάβῃ Thuc. быть в ущерб кому-л., мешать кому-л.; β. τινός Aesch., Arph. ущерб, нанесенный кому-л. или Aesch., Plut. кем-л.; βλάβην ἔχειν или λαβεῖν Aesch., Arst. понести ущерб, пострадать; δίκη βλάβης Dem. иск о возмещении убытков;
2) пагуба, бич: ἡ πᾶσα β. Soph. совершенный негодяй.

Etymological

Grammatical information: f.
Meaning: damage (A.), but s. below.
Other forms: βλάβος n.
Dialectal forms: Cretan ἀβλοπές ἀβλαβές H., ἀβλοπία = ἀβλάβεια, καταβλάπεθαι = -εσθαι (inscr.).
Compounds: ἀβλαβής
Derivatives: βλαβερός damaging (Hes.), to ἀβλαβής as κρατερός to ἀκρατής (s. Schwyzer 482). - Verb βλάπτω, βλάψαι, ἐβλάβην orig. hinder, disable (Il.), also without suffix βλάβεται (T 82, 166 = ν 34), prob. old, Chantr. Gramm. hom. 1, 311). βλάψις (Pl.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: βλαβ- is mostly considered, on the basis of the Cretan forms, as assimilated from βλαπ-. Then one connects Skt. mŕ̥c- f., marká- m. damage, Av. mǝrǝnčaite destroys, reconstructing *mr̥\/l̥kʷ-. But the development to λο (Arc.-Cypr.?, Myc??) in Cretan is unparalelled. On the other hand α\/ο and β\/π is typical for Pre-Greek; Fur. 144 compares ἀβλαβία - ἀβλοπία with ἀραβῆσαι - Cret. ἀροπῆσαι. - As to the comparison with Indo-Iranian, the oldest Greek meaning does not fit. - Doubtful Lat. mulceō, mulcō because of the velar and the meaning, s. W.-Hofmann s. vv. Puhvel HED suggested connection with Hitt. gullakuwan, but this means scheusslich (Tischler s.v.). Cf. βλάσφημος.

Middle Liddell

βλάπτω
1. hurt, harm, damage, opp. to wilful wrong (ἀδίκημα), Aesch., etc.:— βλ. τινός damage to a person or thing, φορτίων Ar.; but, βλάβη θεοῦ mischief from a god, Eur.:—of a person, ἡ πᾶσα βλάβη who is naught but mischief, Soph.
2. βλάβης δίκη an action for damage done, Dem., etc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βλάβη -ης, ἡ schade, nadeel:; ἐν... ὄμμασιν βλάβας ἔχω... κλαίουσα ik heb pijn aan mijn ogen van het huilen Aeschl. Ag. 889; οἷς ἦν ἐν βλάβῃ τειχισθέν voor wie de versterking een nadeel betekende Thuc. 5.52.2; met gen..; β. τῶν φορτίων schade aan de voorraad Aristoph. Ve. 1407; θεοῦ... βλάβη straf van een god Eur. Ion 520; jur..; οἱ περὶ τῆς βλάβης... νόμοι de wetten omtrent beschadiging van eigendom Dem. 21.43; overdr. voor pers.. ἡ πᾶσα βλάβη de complete schoft Soph. El. 301.