Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εσώτερος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ἐσώτερος, -α, -ον) (συγκριτ. βαθμός του επιθ. έσω) έσω
1. αυτός που βρίσκεται μέσα περισσότερο από άλλους, ο ενδότερος, ο εσωτερικότερος.
επίρρ...
εσώτερον και εσωτέρω (ΑΜ ἐσωτέρω)
πιο μέσα, εσωτερικότερα.