Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ετεροπρόσωπος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ἑτεροπρόσωπος, -ον)
αυτός που συντάσσεται κατά το φαινόμενο της ετεροπροσωπίας
αρχ.
φρ. «σχῆμα ἑτεροπρόσωπον» — όταν εκφράζεται κάποιος χρησιμοποιώντας αυτολεξεί φράσεις άλλου.
επίρρ...
ετεροπροσώπως και ετεροπρόσωπα (ΑΜ ἐτεροπροσώπως)
κατά το φαινόμενο της ετεροπροσωπίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο- + πρόσωπο].