Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θρέψη

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ἡ (ΑΜ θρέψις) τρέφω
1. το θρέψιμο, η συντήρηση, η διατροφή
2. (για πληγές) επούλωση, κλείσιμο
νεοελλ.
βιολ. το σύνολο τών λειτουργιών με τις οποίες τα έμβια όντα αφομοιώνουν τις χρήσιμες ουσίες για τη συντήρηση και την αύξηση τους.