Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διατροφή

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: διατροφή Medium diacritics: διατροφή Low diacritics: διατροφή Capitals: ΔΙΑΤΡΟΦΗ
Transliteration A: diatrophḗ Transliteration B: diatrophē Transliteration C: diatrofi Beta Code: diatrofh/

English (LSJ)

ἡ,

   A sustenance and support, X.Vect.4.49, Men.14, Epit. 88, D.S.1.74, BGU321.7 (iii A.D.); τῷ τέρατι [the Minotaur] πρὸς διατροφὴν κατασκευάσαι λαβύρινθον D.S.4.77: pl., means of subsistence, 1 Ep.Ti.6.8.

German (Pape)

[Seite 608] ἡ, Lebensunterhalt; Xen. Vect. 4, 49; Men. Stob. flor. 61, 1; N. T.

Greek (Liddell-Scott)

διατροφή: ἡ τροφὴ καὶ συντήρησις, Ξεν. Πόρ. 4,49, Μένανδ. Ἁλ. 5.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
nourriture, subsistance.
Étymologie: διατρέφω.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ
1 abastecimiento, avituallamiento de ciudades ἡ ἀπὸ τῶν ἀνδραπόδων ἀποφορὰ τὴν διατροφὴν τῇ πόλει αὔξοι ἄν X.Vect.4.49, en tiempos de crisis ἐπορίσατο σῖτον εἰς σπέρμα καὶ διατροφήν IPrusa 1001.18 (II a.C.).
2 gener., ref. individuos mantenimiento, subsistencia, sustento Men.Epit.129, Fr.14, ταῖς μὲν σαρξὶ χρῶνται πρὸς διατροφήν utilizan la carne (del avestruz) como alimento D.S.3.28, πολλὰ τῆς χώρας ἐχούσης πρὸς διατροφήν D.S.2.57, μηδὲ τὴν ἀναγκαίαν ἐχούση (sic) διατροφήν BGU 1848.24 (I a.C.), cf. SEG 39.1180.60 (Éfeso I d.C.), SB 6.8 (III d.C.), PTeb.52.16 (II a.C.), POxy.3473.29 (II d.C.), τῶν παιδίων καὶ τῆς γυναικός PPrincet.57.11 (II d.C.), τῶν ἀδελφῶν Chrys.M.52.677, cf. Mac.Aeg.Serm.B 48.5, del género humano Corp.Herm.13.17, del maná enviado por Dios, I.AI 3.27
en plu. medios de vida, 1Ep.Ti.6.8.

English (Strong)

from a compound of διά and τρέφω; nourishment: food.

English (Thayer)

διατροφης ἡ (διατρέφω, to support), sustenance: Xenophon, vect. 4,49; Menander quoted in Stobaeus, floril. 61,1 (vol. ii. 386, Gaisf. edition); Diodorus 19,32; Epictetus ench. 12; Josephus, Antiquities 2,5, 7; 4,8, 21; often in Plutarch; 1 Maccabees 6:49.)

Greek Monolingual

η (AM διατροφή) διατρέφω
παροχή τροφής, συντήρηση
νεοελλ.
1. το σύνολο τών βιοτικών αναγκών του ανθρώπου και το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίησή τους («ο μισθός μου δεν επαρκεί για τη διατροφή της οικογένειάς μου»)
2. (για στρατεύματα) επισιτισμός
3. (βιολ.-ζωολ.) ο τρόπος θρέψης τών ζωτικών οργανισμών, που προσδιορίζεται με βάση την προέλευση τών τροφών, τη σύσταση και τη μορφή τους
4. (νομ.) έννομη σχέση, δυνάμει της οποίας δύο πρόσωπα συνδέονται έτσι ώστε το ένα έχει υποχρέωση να παρέχει στο άλλο το σύνολο (πλήρη διατροφή) τών υλικών αγαθών και υπηρεσιών που έχει ανάγκη για τη διαβίωση του ή τών απολύτως αναγκαίων (μερική διατροφή) για κάλυψη βασικών αναγκών του
αρχ.
1. ο τρόπος πορισμού τών μέσων για συντήρηση
2. ο τόπος όπου γίνεται η συντήρηση, η διαβίωση («τῷ δὲ τέρατι τούτῳ πρὸς διατροφὴν λέγεται κατασκευάσαι Δαίδαλον λαβύρινθον», Διόδ.)
3. στον πληθ. αἱ διατροφαὶ
τα μέσα συντηρήσεως («ἐὰν ἀμελήσω τῶν ἐμῶν οὐχ ἕξω διατροφάς», Επίκτ.).

Greek Monotonic

διατροφή: ἡ, (διατρέφω), συντήρηση, διατροφή, τροφή, σίτιση, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

διατροφή: ἡ пропитание, средства к жизни Xen., Men., Diod., Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διατροφή -ῆς, ἡ [διατρέφω] levensonderhoud.

Middle Liddell

διατροφή, ἡ, n διατρέφω
sustenance, support, Xen.

Chinese

原文音譯:diatrof» 笛阿-特羅費
詞類次數:名詞(1)
原文字根:經過-滋養(物)
字義溯源:滋養品,食物;由(διά)*=通過,藉著)與(τρέφω)*=使強而有力,餵養)組成
出現次數:總共(1);提前(1)
譯字彙編
1) 食物(1) 提前6:8