Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καβούκι

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

το
1. όστρακο (χελώνας, καβουριού, αστακού, σαλιγκαριού κ.λπ.)
2. το σκληρό εξωτερικό περίβλημα του ψημένου ψωμιού
3. ανατολίτικο υψηλό κάλυμμα του κεφαλιού, κουκούλα
4. φρ. «μπήκε στο καβούκι του» ή «μαζεύτηκε στο καβούκι του» — αποσύρθηκε από φόβο ή λόγω αποτυχίας και απογοητεύσεως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kabuk].