Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταστροφικός

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-ή, -ό καταστροφή
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην καταστροφή.
επίρρ...
καταστροφικώς και -ά (Α καταστροφικώς)
νεοελλ.
με καταστροφικό τρόπο, ολέθρια, καταστρεπτικά
αρχ.
με τον τρόπο λύσης ενός δραματικού έργου, σαν συμπέρασμα.