Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συμπέρασμα

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: συμπέρασμα Medium diacritics: συμπέρασμα Low diacritics: συμπέρασμα Capitals: ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Transliteration A: sympérasma Transliteration B: symperasma Transliteration C: symperasma Beta Code: sumpe/rasma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A finishing, end, Ocell.1.3, Hierocl. in CA 20p.463M., Eust.73.27, etc.; τοῦ ἐνιαυτοῦ, τῶν ἑορτῶν, Ph.2.298, 278; of a letter, Jul.Ep.183.    II in Logic, conclusion in a syllogism, Arist.APr.30a5, 42a5 sq., Top.155b23, al., Stoic.2.78, Gal.15.550,633.    2 subject of the conclusion, Arist.APr.53a17.    III Math., conclusion of a proposition, Procl. in Euc. p.75 F., al., Hero *Deff.136.13.

German (Pape)

[Seite 986] τό, Vollendung, Beendigung, Beschluß; Plut. adv. Stoic. 2; τῆς ἀποδείξεως, de εἰ apud Delph. 6; bes. in der Logik, Schlußfolge, Arist. top. 8, 1 u. öfter, eth. 1, 8, 1, vgl. S. Emp. pyrrh. 2., 136.

Greek (Liddell-Scott)

συμπέρασμα: τό, ἀποπεράτωσις, τέλος, τὸ συμπέρασμα τῆς μεταβολῆς Ὄκελλος Λευκανὸς 1. 3, Εὐστ., κτλ. ΙΙ. ἐν τῇ λογικῇ, τὸ συμπέρασμα συλλογισμοῦ, Ἀριστ. Ἀναλυτ. Πρότ. 1. 8, 3., 1. 25, 2 κἑξ., Τοπ. 8. 1, 3, κ. ἀλλ. 2) ἡ ἐν τῷ συμπεράσματι ἔννοια, ὁ αὐτ. ἐν Ἀναλυτ. Προτ. 2. 1, 4.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
conclusion d’un syllogisme.
Étymologie: συμπεραίνω.

Greek Monolingual

το, ΝΜΑ συμπεραίνω
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμπεραίνω, η κατά αναγκαίο τρόπο συναγόμενη από δύο προκείμενες προτάσεις κρίση (α. «το συμπέρασμα συνάγεται εύκολα» β. «τὸν αὐτὸν τρόπον δειχθήσεται διὰ τῆς ἀντιστροφῆς, ὅτι τὸ συμπέρασμα ἀναγκαῑον», Αριστοτ.)
νεοελλ.
πόρισμα συζήτησης, μελέτης ή έρευνας («τα γεγονότα διέψευσαν τα συμπεράσματα τών ειδικών»)
μσν.-αρχ.
αποπεράτωση, λήξησυμπέρασμα τοῡ ἐνιαυτοῡ», Φίλ.)
αρχ.
μαθ. το πόρισμα μιας πρότασης.

Greek Monotonic

συμπέρασμα: -ατος, τό, κατάληξη, αποπεράτωση, συμπέρασμα, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

συμπέρασμα: ατος τό умозаключение, вывод Arst.: τὰ ἀντικείμενα τῶν συμπερασμάτων Plut. противоположные выводы.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συμπέρασμα -ατος, τό [συμπεραίνω] conclusie (van een syllogisme).

Middle Liddell

συμπέρασμα, ατος, τό, [from συμπεραίνω
a conclusion, Arist.