κογχοστάτης

From LSJ

Ψυχῆς γὰρ οὐδέν ἐστι τιμιώτερον → Nil reperiri carius vita potest → Kein Gut ist als das Leben wertvoller

Menander, Monostichoi, 552

Greek Monolingual

ο
ανθρωπολ. όργανο με το οποίο προσδιορίζεται η διεύθυνση του άξονα του κόγχου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κόγχη + -στάτης (< ασθενές θ. στă- του ἵστημι), πρβλ. ορθοστάτης, παραστάτης].