κολεοφόρος

From LSJ

Κενῆς δὲ δόξης οὐδὲν ἀθλιώτερον → Nihil est inani gloria infelicius → Als leerer Ruhm jedoch ist nichts unseliger

Menander, Monostichoi, 289

Greek Monolingual

κολεοφόρος, ὁ (Α)
1. αυτός που κρατά κολεό
2. (στον πληθ. ως κύριο όν.). οἱ Κολεοφόροι
τίτλος κωμωδίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κολεός «θήκη ξίφους» + -φόρος (< φέρω)].