Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοντόσωμος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-η, -ο
κοντός στο ανάστημα, μικρόσωμος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κοντ(ο)- + -σωμος (< σώμα), πρβλ. μεγαλό-σωμος, μικρό-σωμος].