Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανάστημα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το (AM ἀνάστημα) ανίστημι
ύψος, μέγεθος
νεοελλ.
1. ύψος ανθρώπου, μπόι
2. ηθικό ύψος, μεγαλείο
3. ύψωμα, λόφος
4. (κ. ανάστεμα) έργο, δημιούργημα
μσν.-αρχ.
1. οικοδόμημα, κτήριο
2. οίδημα, εξάνθημα.