Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κόμβωμα

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: κόμβωμα Medium diacritics: κόμβωμα Low diacritics: κόμβωμα Capitals: ΚΟΜΒΩΜΑ
Transliteration A: kómbōma Transliteration B: kombōma Transliteration C: komvoma Beta Code: ko/mbwma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A robe, Id.: in pl., ornamental bands, Suid.

Greek (Liddell-Scott)

κόμβωμα: τό, περίζωμα, στόλισμα. Ἡσύχ.· ― ἐν τῷ πληθ., καλλωπίσματα, Σουΐδ. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «κομβώματα· τὰ ἐν τοῖς ῥάβδοις μικρὸν χρυσὸν ἔχοντα ὑπὸ μεταλλέων».

Greek Monolingual

κόμβωμα, τὸ (Α)
βλ. κούμπωμα.