Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κώπα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

English (Slater)

κώπα
   1 oar κάρυξε δ' αὐτοῖς ἐμβαλεῖν κώπαισι (P. 4.201) κώπαν σχάσον, ταχὺ δ' ἄγκυραν ἔρεισον χθονί (met., ἐπιτιμᾷ ἑαυτῷ ὁ Πίνδαρος ὡς πολλῇ χρησαμένῳ τῇ παρεκβάσει. Σ.) (P. 10.51)

Russian (Dvoretsky)

κώπᾱ: ἡ дор. = κώπη.