Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μερίδιο

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το (ΑM μερίδιον, Μ και ἱμερίδι[ν] και μερίδι[ν])
μικρό μέρος, μικρή μερίδα
νεοελλ.-μσν.
μερίδα, μερτικό, το μέρος που αναλογεί σε κάποιον («πήρε μεγάλο μερίδιο από την κληρονομιά κι έτσι ζει πλουσιοπάροχα»)
μσν.
1. ομάδα, κατηγορία πληθυσμού
2. τμήμα στρατού
3. φρ. «κρατῶ μερίδι κάποιου» — είμαι με το μέρος κάποιου, τον υποστηρίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μερίδ-ιον, υποκορ. του μερίς, -ίδος].