Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υποστηρίζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ὑποστηρίζω ΝΜΑ στηρίζω
1. στηρίζω αποκάτω
2. μτφ. βοηθώ, ενισχύω, υπερασπίζω (α. «όλοι οι φίλοι του τὸν υποστήριξαν» β. «ὑποστηρίζει δὲ τοὺς δικαίους ὁ Κύριος», Ψαλμ.)
νεοελλ.
ισχυρίζομαι επίμονα, διατείνομαι («υποστηρίζει ότι δεν έφταιγε αυτός»).