Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεσέγγυον

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

μεσέγγυον, τὸ (Α)
1. μεσεγγύημα
2. παρακαταθήκη
3. ενέχυρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. ενός αμάρτυρου επιθέτου μεσέγγυος κατά τα ουδ. ενέχυρον, δάνειον κ.τ.ό.].