Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μνηστή

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

German (Pape)

[Seite 195] ἄλοχος, s. μνηστός.

Greek (Liddell-Scott)

μνηστή: ἡ, ἰδὲ μνηστός,

Greek Monolingual

η (ΑΜ μνηστή)
αυτή που έχει δεσμευτεί με κάποιον με αμοιβαία υπόσχεση γάμου, αρραβωνιαστικιά
μσν.-αρχ.
θηλ. του μνηστός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του θηλ. του επιθ. μνηστός.