Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μπόι

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το
1. ύψος, ανάστημα ανθρώπου («το παιδί ρίχνει μπόι» — το παιδί ψηλώνει, αυξάνεται)
2. το μέσο ύψος του ανδρικού αναστήματος που λαμβάνεται ως μονάδα μέτρησης («το δέντρο αυτό είναι πέντε μπόγια ύψος»)
3. καθεμιά από τις όρθιες δοκούς της κάσας, του φατνώματος τών θυροφύλλων ή τών παραθυροφύλλων
4. μέτρο δυνατοτήτων και ικανοτήτων ενός ατόμου («δεν φτάνει το μπόι σου ώς εκεί»)
5. φρ. «σα δεν ντρέπεσαι το μπόι σου» — θα έπρεπε να ντρέπεσαι γι' αυτά που κάνεις στην ηλικία που είσαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. boy].