Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μυώνας

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ο (Α μυών)
το μέρος του σώματος όπου υπάρχουν ή συσπώνται πολλοί μύες, σύνδεσμος πολλών μυών, σαρκώδες μέρος του σώματος (α. «όλοι οι μυώνες του προσώπου του ακροατού εκινήθησαν», Παπαδ.
β. «ὁ δέ οἱ περὶ νεῡρα τανυσθεὶς μυὼν ἐξ ὑπάτοιο βραχίονος ὀρθὸς ἀνέστη», Θεόκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μυς «μυς του σώματος» + κατάλ. -ών, κατάλ. διαφόρων μελών του σώματος (πρβλ. βουβ-ών, σιαγ-ών)].