ναδίρ

From LSJ

διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος → we went through fire and water, we have gone through fire and water

Source

Greek Monolingual

το
άκλ.
1. αστρον. αντικατακόρυφο σημείο της ουράνιας σφαίρας κατά το οποίο αυτή τέμνεται από την διεύθυνση της βαρύτητας κάτω από τον ορίζοντα ενός τόπου
2. μτφ. το κατώτερο σημείο κατάπτωσης, ξεπεσμού, υποβάθμισης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αραβ. nadhir «αντίθετος»].