Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεκρόκοσμος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui prend soin des morts.
Étymologie: νεκρός, κόσμος.

Greek Monolingual

ο
ο κόσμος τών νεκρών, το σύνολο τών νεκρών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1892 στην εφημερίδα Ακρόπολις].