Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεκρόκοσμος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui prend soin des morts.
Étymologie: νεκρός, κόσμος.

Greek Monolingual

ο
ο κόσμος τών νεκρών, το σύνολο τών νεκρών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1892 στην εφημερίδα Ακρόπολις].