Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νοικοκυριό

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

και νοικοκεριό, το
1. το σύνολο τών επίπλων, σκευών και πραγμάτων που είναι απαραίτητα σε ένα σπίτι, σε μία οικογένεια
2. ο οίκος, το σπιτικό, η οικογένεια («άνοιξαν κι αυτοί το νοικοκυριό τους»)
3. η φροντίδα για τα οικονομικά ή για τα προβλήματα και την τάξη του σπιτιού («δεν κάνει αυτή για νοικοκυριό»)
4. ατομική οικονομική μονάδα, ιδίως της υπαίθρου («αγροτικό νοικοκυριό»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχηματισμός από το ρ. νοικοκυρεύομαι (πρβλ. τεμπελιάζωτεμπελιά / τεμπελιό)].