Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξανακάνω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

και ξανακάμνω
(Μ ξανακά[μ]νω)
κάνω κάτι εκ νέου, επαναλαμβάνω, ξαναδημιουργώ
νεοελλ.
μεταβάλλω κάποιον ριζικά, φέρνω κάποιον σε κατάσταση εκτός εαυτού («ήτονε τόσα η μάνητα του Κρητικού μεγάλη οπού τον εξανάκαμε της μάνητας η ζάλη...», Ερωτόκρ.).