Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξανακάνω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και ξανακάμνω
(Μ ξανακά[μ]νω)
κάνω κάτι εκ νέου, επαναλαμβάνω, ξαναδημιουργώ
νεοελλ.
μεταβάλλω κάποιον ριζικά, φέρνω κάποιον σε κατάσταση εκτός εαυτού («ήτονε τόσα η μάνητα του Κρητικού μεγάλη οπού τον εξανάκαμε της μάνητας η ζάλη...», Ερωτόκρ.).