ἔργοισι χρηστός, οὐ λόγοις ἔφυν μόνον → a friend in deeds, and not in words alone
-άωκατεβάζω κάτι που είναι κρεμασμένο («ξεκρέμασα τα χειμωνιάτικα ρούχα από την ντουλάπα»).[ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. ξ(ε)- + κρεμώ].