Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεφαντώνω

From LSJ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ → The fool laughs even when there's nothing to laugh at

Menander

Greek Monolingual

γλεντοκοπώ, παίρνω μέρος σε μεγάλο γλέντι, ιδίως με χορούς και τραγούδια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. ξεφαντώνω < ἐκφαντῶ < ἔκφαντος «φανερός»].