Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ορκωμοσία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (ΑΜ ὁρκωμοσία) ορκωμότης
η παροχή ένορκης διαβεβαίωσης, ορκοδοσία
νεοελλ.
φρ. «ορκωμοσία δημοσίων υπαλλήλων» — ένορκη υπόσχεση που δίνεται από εκείνους οι οποίοι πρόκειται να αναλάβουν δημόσια υπηρεσία σχετικά με την τήρηση τών νόμων και την ευσυνείδητη εκτέλεση τών καθηκόντων τους.