Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παντού

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

επίρρ.
1. σε όλα τα μέρη («παντού κλάψα, παντού αντάρα και παντού ξεψυχισμοί», Σολωμ.)
2. φρ. «παντού τα πάντα» — σ' όλο τον κόσμο συμβαίνουν τα ίδια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πάντα, κατά το αυτού που (πρβλ. αλλού < άλλος)].