Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περηφανεύομαι

Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

1. πιστεύω στην ηθική αξία του εαυτού μου ή κάποιας πράξης που έχει στενή σχέση μ'εμένα και καυχιέμαι γι' αυτά, είμαι περήφανος, υψηλόφρων
2. είμαι αλαζόνας, φέρομαι στους άλλους υπεροπτικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπερηφανεύομαι με σίγηση του αρκτικού άτονου υ-].