Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπερηφανεύομαι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ὑπερηφανεύομαι ΝΜΑ, και ενεργ. τ. ύπερηφανεύω Α ὑπερήφανος
φέρομαι με υπεροψία, κομπάζω
νεοελλ.
(με θετ. σημ.) είμαι περήφανος, περηφανεύομαι, το 'χω για καμάρι («υπερηφανεύεται για το επίτευγμά του»).