περιτύλιξη

From LSJ

Τὸ κέρδος ἡγοῦ κέρδος, ἂν δίκαιον ᾖ → Lucrum esse lucrum crede, si iustum est lucrumGewinn sei dir Gewinn, wenn er auf Recht beruht

Menander, Monostichoi, 503

Greek Monolingual

η, Ν
η ενέργεια του περιτυλίγω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < περιτυλίσσω. Η λ. μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Εστία].