Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προάνθρωπος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ο, Ν
στον πληθ. οι προάνθρωποι
ανθρωπολ. απολιθωμένα πρωτεύοντα ενδιάμεσου τύπου μεταξύ πιθήκων και ανθρώπων, τα οποία μοιάζουν περισσότερο με ανθρώπους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. proantropus (< προ- + άνθρωπος). Η λ., στον πληθ. προάνθρωποι, μαρτυρείται από το 1893 στην εφημερίδα Ακρόπολις].