Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προεξοχή

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η, Ν
1. καθετί που προεξέχει από ένα σώμα σε σχέση με την υπόλοιπη επιφάνειά του (α. «σε μια προεξοχή του βράχου» β. «η προεξοχή του γείσου»)
2. φρ. «ηλιακές προεξοχές», μακριές δομές σαν ταινίες που φαίνεται να προεξέχουν στο χείλος του ηλιακού δίσκου και να προβάλλουν στον σκοτεινό ουρανό σαν λαμπρά νέφη με εναλλασσόμενα παράδοξα σχήματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προεξέχω. Η λ. μαρτυρείται από το 1866 στον Γ. Α. Βακαλόπουλο].