Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προεξοχή

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

η, Ν
1. καθετί που προεξέχει από ένα σώμα σε σχέση με την υπόλοιπη επιφάνειά του (α. «σε μια προεξοχή του βράχου» β. «η προεξοχή του γείσου»)
2. φρ. «ηλιακές προεξοχές», μακριές δομές σαν ταινίες που φαίνεται να προεξέχουν στο χείλος του ηλιακού δίσκου και να προβάλλουν στον σκοτεινό ουρανό σαν λαμπρά νέφη με εναλλασσόμενα παράδοξα σχήματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προεξέχω. Η λ. μαρτυρείται από το 1866 στον Γ. Α. Βακαλόπουλο].