Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χείλος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

-ους, το / χεῖλος, -είλους και -είλεος, ΝΜΑ, και δωρ. τ. χῆλος και αιολ. τ. χέλλος Α
1. καθεμία από τις δύο σαρκώδεις πτυχές του δέρματος που αποτελούν το περίγραμμα της στοματικής σχισμής, το χείλι και αχείλι
2. μτφ. (για πράγμ.) το ακραίο τμήμα αντικειμένου ή επιφάνειας με την οποία οριοθετείται ένα άνοιγμα (α. «γέμισε το ποτήρι ώς τα χείλη» β. «το χείλος του κρατήρα» γ. «δώσω τοι κρητήρα τετυγμένον
ἀργύρεος δὲ ἔστιν ἅπας, χρυσῷ δ' ἐπὶ χείλεα κεκράανται», Ομ. Οδ.
δ. «τῆς τάφρου τὰ χείλεα», Ηρόδ.)
νεοελλ.
1. φρ. α) «χείλος αιδοίου»
ανατ. καθεμία από τις παράλληλες δερματικές πτυχές που αφορίζουν από κάθε πλευρά τη σχισμή του αιδοίου
β) «δάγκωσε τα χείλη σου» — λέγεται σε κάποιον που είπε κάτι ανεπιθύμητο ή κάτι το οποίο δεν έπρεπε να πει
γ) «από χείλη βγήκε σε χείλη μπήκε» — δηλώνει ότι ένα μυστικό, από τη στιγμή που θα ειπωθεί έστω και από έναν, γίνεται αμέσως γνωστό σε πολλούς
δ) «στο χείλος του γκρεμού [ή της αβύσσου]»
μτφ. σε ιδιαίτερα κρίσιμη θέση
ε) «με την ψυχή στα χείλη» — σε κατάσταση σωματικής ή ψυχικής καταπόνησης
στ) «μού 'ψήσε το ψάρι στα χείλη» — μέ τυράννησε, μέ βασάνισε, μού 'βγαλε το λάδι
2. παροιμ. «άρρωστο χείλος και νηστικό μαγούλι» — δηλώνει ότι τα ωχρά χείλη είναι σύμπτωμα νοσηρής κατάστασης, ενώ τα αδύνατα μάγουλα μεγάλης φτώχειας
αρχ.
1. η γλώσσα, το μέσο επικοινωνίας μεταξύ τών ανθρώπων («καὶ ἦν πᾱσα ἡ γῆ χεῑλος ἕν», ΠΔ)
2. ράμφος πτηνού
3. φρ. α) «δάκνω τὰ χείλη» — λεγόταν για να δηλωθεί η ιδιαίτερα δύσκολη θέση ή το δίλημμα ενός προσώπου (Εύβουλ)
β) «τοῑς χείλεσι» και «ἐν τοῑς χείλεσι» — φαινομενικά, όχι αληθινά (ΠΔ και ΚΔ)
γ) «ἀπ' ἄκρου χείλους» — επιπόλαια (Λουκιαν.)
δ) «ἀπὸ χειλέων» — χωρίς ειλικρινή ψυχική διάθεση, επιφανειακά (Πλούτ.)
ε) «χείλεσιν ἀμφιλάλοις» — με ακατάσχετη φλυαρία (Αριστοφ.)
στ) «πειθώ τις ἐπεκάθιζεν ἐπὶ τοῑς χείλεσιν» — λεγόταν σχετικά με τη ρητορική δεινότητα του Περικλέους (Εύπ.)
ζ) «ἐπ' ἄκρου τοῡ χείλους ἔχω τι» — χρησιμοποιώ κάτι με μεγάλη επιπολαιότητα (Λουκιαν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. λ., η οποία μπορεί πιθ. να συνδεθεί με έναν αβέβαιης σημ. αρχ. ισλανδ. τ. gjolnar, ο οποίος ερμηνεύεται από τους μελετητές είτε ως «σαγόνι» είτε ως «μουστάκι». Οι παρλλ. τ. χῆλος και χέλλος, με τους οποίους απαντά η λ. χεῖλος στις άλλες διαλέκτους, οδηγούν στην αναγωγή της σε ένα θ. χελ-, χωρίς όμως να είναι δυνατόν να προσδιοριστεί το επίθημα, αφού οι διαλεκτικές αυτές γρφ. θα μπορούσε να έχουν προέλθει είτε από τ. χελ-σος είτε από τ. χελ-νος. Αντίθετα, ένας τ. χελ-Fος δεν θεωρείται πιθανός, γιατί με βάση αυτόν θα μπορούσε να ερμηνευθεί μόνον ο τ. χεῖλος. Τέλος, η λ. χεῖλος θα πρέπει να συνδεθεί με τον τ. χελύνη].