Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσήλωση

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

η / προσήλωσις, -ώσεως, ΝΜΑ προσηλῶ
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του προσηλώνω, στερέωση με ήλους, με καρφιά, κάρφωμα
νεοελλ.-μσν.
το να στρέφει κανείς το βλέμμα, την προσοχή, τη σκέψη, τα ενδιαφέροντά του σταθερά σε κάτι, αφοσίωση (α. «προσήλωση στις δημοκρατικές διαδικασίες» β. «ἐπὶ τὰ φαυλότερα προσήλωσις», Λεόντ.)
μσν.-αρχ.
σταύρωση.