Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόστιμο

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil
Plato, Laws, 626e

Greek Monolingual

το / πρόστιμον ΝΑ
νεοελλ.
1. ποινή που συνίσταται στην καταβολή χρηματικού ποσού από υπαλλήλους που υπέπεσαν σε πειθαρχικό παράπτωμα, καθώς και το ίδιο το χρηματικό ποσό
2. (ποιν. δίκ.) χρηματική, πταισματική ποινή, επιβαλλόμενη από δικαστήριο, το ποσό της οποίας αναπροσαρμόζεται κατά καιρούς
αρχ.
χρηματική ποινή που επιβαλλόταν μετά από δικαστική απόφαση ή από τον νόμο («τοιάδε τοῖς κακῶς βουλευομένοις δίδωσι τὰ πρόστιμα ἡ δίκη», Αιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ- + τιμή.