Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόστιμο

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το / πρόστιμον ΝΑ
νεοελλ.
1. ποινή που συνίσταται στην καταβολή χρηματικού ποσού από υπαλλήλους που υπέπεσαν σε πειθαρχικό παράπτωμα, καθώς και το ίδιο το χρηματικό ποσό
2. (ποιν. δίκ.) χρηματική, πταισματική ποινή, επιβαλλόμενη από δικαστήριο, το ποσό της οποίας αναπροσαρμόζεται κατά καιρούς
αρχ.
χρηματική ποινή που επιβαλλόταν μετά από δικαστική απόφαση ή από τον νόμο («τοιάδε τοῑς κακῶς βουλευομένοις δίδωσι τὰ πρόστιμα ἡ δίκη», Αιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ- + τιμή.