Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ρίμα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η, Ν
1. ομοιοκαταληξία
2. επαινετικό ή σκωπτικό ποίημα από ομοιοκατάληκτα δίστιχα
3. πληθ. οι ρίμες
οι ριμάδες, ομοιοκατάληκτα δημώδη δίστιχα, λειανοτράγουδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. rima, πιθ. < λατ. rhythmus (< ῥυθμός)].