Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ριμφάρματος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-ον, Α
αυτός που γίνεται ή συνοδεύεται με γρήγορα άρματα
(α. «φιμφαρμάτοις... ἁμίλλαις», Σοφ.
β. «ῥιμφαρμάτου διφρηλασίας», Πίνδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥίμφα «γρήγορα, ελαφρά» + ἅρμα, -ατος (πρβλ. χρυσ-άρματος)].