Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σένα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(I)
η, Ν
η σκηνή («και τρέχοντας σε μια μεριά κι εις άλλη τσι σένας στρεπιτάρουσι», Ερωφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. scana < λατ. scaena < σκηνή].
(II)
η, Ν
βλ. σέννα.