Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at

Greek Monolingual

η, Ν
η σκηνή («και τρέχοντας σε μια μεριά κι εις άλλη τσι σένας στρεπιτάρουσι», Ερωφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. scana < λατ. scaena < σκηνή].
η, Ν
βλ. σέννα.