Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκήτη

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η, ΝΜ
1. μικρή μονή που αποτελεί παράρτημα άλλης, μεγαλύτερης
2. ερημητήριο μοναχού
νεοελλ.
στον πληθ. οι σκήτες
(καν. δίκ.) (στο Άγιο Όρος) καλύβες οι οποίες εξαρτώνται από μια μονή και στεγάζουν τρεις μοναχούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Από το τοπωνύμιο της Αιγύπτου Σκῆτις, Σκίτις].