Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σούβλα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η / σοῡβλα, ΝΜ, και σούγλα Ν
οβελός για το ψήσιμο κρέατος, οβελός της ψησταριάς («κοτόπουλο στη σούβλα»)
νεοελλ.
1. κοίλος οβελός για τη δοκιμή βουτύρου, τυριού κ.ά. τροφίμων
2. όργανο βασανισμού και θανάτωσης με ανασκολοπισμό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. σούβλα < λατ. subula «σούβλα», ενώ ο τ. σούγλα είναι διαλ. προελεύσεως (πρβλ. βλέπω / γλέπω)].