Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνοδός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

ο, η, Ν
1. αυτός που συνοδεύει κάποιον τιμητικά ή για ασφάλεια ή για να του δείξει το δρόμο
2. αστρον. χαρακτηρισμός του δευτερεύοντος μέλους ενός διπλού αστρικού συστήματος
3. φρ. «συνοδό πλοίο»
ναυτ. πολεμικό πλοίο το οποίο συνοδεύει μια νηοπομπή, έχοντας ως αποστολή την ασφάλεια της από εχθρικές ενέργειες, αλλ. πλοίο συνοδείας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. σύνοδος «συνοδοιπόρος, σύντροφος» με καταβιβασμό του τόνου].