Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνοδός

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

ο, η, Ν
1. αυτός που συνοδεύει κάποιον τιμητικά ή για ασφάλεια ή για να του δείξει το δρόμο
2. αστρον. χαρακτηρισμός του δευτερεύοντος μέλους ενός διπλού αστρικού συστήματος
3. φρ. «συνοδό πλοίο»
ναυτ. πολεμικό πλοίο το οποίο συνοδεύει μια νηοπομπή, έχοντας ως αποστολή την ασφάλεια της από εχθρικές ενέργειες, αλλ. πλοίο συνοδείας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. σύνοδος «συνοδοιπόρος, σύντροφος» με καταβιβασμό του τόνου].