σφούγγισμα

From LSJ

Δοῦλος πεφυκὼς εὐνόει τῷ δεσπότῃ → Hero bene cupias servitutem serviens → Sei deinem Herrn, bist du auch Sklave, wohlgesinnt

Menander, Monostichoi, 116

Greek Monolingual

το, Ν σφουγγίζω
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σφουγγίζω, καθαρισμός μιας επιφάνειας με σφουγγάρι
2. συνεκδ. καθαρισμός μιας επιφάνειας από ακαθαρσία ή υγρασία με οποιοδήποτε μέσο.